Αφιερωμένο στη μνήμη των συναδέλφων στο ΚΕΤεΣ, αγαπημένων μου Πατρινών φίλων, Μάκη Γερογιάννη και Χρήστου Πετούση.
Τον Απρίλη του 1967, έκλεινα ένα χρόνο θητείας στο στρατό. Στο ΚΕΤεΣ Πατρών, όπου είχα παρουσιαστεί και απ' όπου τελικά απολύθηκα.
Πρωί της 21 Απριλίου του 1967, όπως κάθε μέρα μετά την αναφορά, πήγα στο γραφείο "Οργάνωσης και Προόδου", όπου υπηρετούσα τη θητεία μου.
Θα ήτανε περασμένες 12 το μεσημέρι, όταν ακούστηκε η κορνέτα να σημαίνει συναγερμό. Στη στιγμή όλη η δύναμη του στρατοπέδου, βρισκότανε σε παράταξη. Το περίεργο ήταν ότι απουσίαζαν όλοι οι αξιωματικοί. Αναρωτιόμαστε τι να συμβαίνει; Το ίδιο και οι παρόντες υπαξιωματικοί. Κάποια στιγμή εμφανίστηκε ο λοχαγός Γ. Κ., ο οποίος με φανερή σύγχυση και με ένα αινιγματικό μισο - χαμόγελο, μισό - απορία, μας είπε: "Από τις πρωινές ώρες ο στρατός ανέλαβε την εξουσία". Τελειώνοντας αυτή του τη φράση, έκανε μια χειρονομία με τα δυο του χέρια, μισογυρίζοντας τις παλάμες του, έτσι που η μια να βλέπει την άλλη, και ήτανε σαν να μας έλεγε "Δεν έχω καταλάβει. Τι δουλειά έχει ο στρατός μ' αυτά τα πράγματα;". Και συνέχισε λέγοντας: "Ο καθ' ένας σας θα πάει εκεί που θα τον στείλει ο λόχος του. Θα περάσουμε δύσκολες ώρες. Άντε κι ο θεός βοηθός". Αυτά, καμία άλλη εξήγηση ή πληροφορία.
Πρωί της 21 Απριλίου του 1967, όπως κάθε μέρα μετά την αναφορά, πήγα στο γραφείο "Οργάνωσης και Προόδου", όπου υπηρετούσα τη θητεία μου.
Θα ήτανε περασμένες 12 το μεσημέρι, όταν ακούστηκε η κορνέτα να σημαίνει συναγερμό. Στη στιγμή όλη η δύναμη του στρατοπέδου, βρισκότανε σε παράταξη. Το περίεργο ήταν ότι απουσίαζαν όλοι οι αξιωματικοί. Αναρωτιόμαστε τι να συμβαίνει; Το ίδιο και οι παρόντες υπαξιωματικοί. Κάποια στιγμή εμφανίστηκε ο λοχαγός Γ. Κ., ο οποίος με φανερή σύγχυση και με ένα αινιγματικό μισο - χαμόγελο, μισό - απορία, μας είπε: "Από τις πρωινές ώρες ο στρατός ανέλαβε την εξουσία". Τελειώνοντας αυτή του τη φράση, έκανε μια χειρονομία με τα δυο του χέρια, μισογυρίζοντας τις παλάμες του, έτσι που η μια να βλέπει την άλλη, και ήτανε σαν να μας έλεγε "Δεν έχω καταλάβει. Τι δουλειά έχει ο στρατός μ' αυτά τα πράγματα;". Και συνέχισε λέγοντας: "Ο καθ' ένας σας θα πάει εκεί που θα τον στείλει ο λόχος του. Θα περάσουμε δύσκολες ώρες. Άντε κι ο θεός βοηθός". Αυτά, καμία άλλη εξήγηση ή πληροφορία.
Σε μένα δόθηκε η διαταγή - είχα το βαθμό έφεδρου λοχία - να πάω με μια διμοιρία στο στρατόπεδο του Ρίου. Μπήκαμε σε ένα ΡΕΟ για να πάμε στον προορισμό μας. Μέσα στο κέντρο της πόλης, μείναμε από βλάβη. Εκεί να δεις αμηχανία. Αλλά και πολλά γέλια μεταξύ μας. Ο οδηγός να προσπαθεί, μεσ' τα λάδια, να διορθώσει τη βλάβη, κι εμείς να μοιάζουμε με τους γενναίους του Μπρανκαλεόνε. Το πραξικόπημα τους μάρανε. Τρομάρα τους.
Η βλάβη δεν διορθώθηκε. Ειδοποιήσαμε να μας στείλουν άλλο όχημα. Με τα πολλά φτάσαμε στο Ρίο με πάρα πολύ μεγάλη καθυστέρηση. Ώσπου να τακτοποιηθούμε, να ορίσουμε τις σκοπιές, άρχισε να σουρουπώνει.
Ήμουνα στο θάλαμο φρουράς. Συζητούσαμε μεταξύ μας, οι στρατιώτες που βρίσκονταν στο θάλαμο, προσπαθώντας να καταλάβουμε, τι επί τέλους είχε γίνει; Τι πάει να πει "ο στρατός ανέλαβε την εξουσία". Όταν μπήκε στο θάλαμο ένας στρατιώτης, λέγοντάς μου: "Λοχία έλα σε παρακαλώ στην πύλη, γιατί έχει έρθει ένα ζευγάρι και μας ικετεύει να μη τους σκοτώσουμε!! Τι είναι αυτό; Ο σκοπός κι εγώ, δεν καταλαβαίνουμε, δεν ξέρουμε τι να κάνουμε!! Έλα σε παρακαλώ"
Ειλικρινά βρέθηκα μπροστά σε μια κωμικοτραγική κατάσταση. Δυο νέοι άνθρωποι, ένας άνδρας και μια γυναίκα σε έξαλλη κατάσταση από φόβο για τη ζωή τους.
Τους λέω, πείτε μας, τι σας συμβαίνει. Ξέρετε κάτι που εμείς δεν ξέρουμε;
"Για λόγους που δεν έχει νόημα να σου πούμε, χάσαμε την αίσθηση του χρόνου, έτσι τώρα που θέλουμε να γυρίσουμε στο σπίτι μας, να κινδυνεύει η ζωή μας" είπαν.
Από ποιους κινδυνεύει η ζωή σας; Τους ρώτησα.
"Από σας, από τον στρατό. Ακούσαμε στο ραδιόφωνο ότι όποιος βρίσκεται στο δρόμο μετά τη δύση του ήλiου θα πυροβολείται".
Πάγωσα. Είναι δυνατόν, αυτά που ακούω να είναι αλήθεια; Αναρωτήθηκα.
Εμείς βέβαια δεν είχαμε καμία τέτοια διαταγή και τους το είπα, αλλά δεν μπορούσα να μη πιστέψω και αυτά που μου έλεγαν, γιατί η ταραχή τους, επιβεβαίωνε τα λόγια τους.
Βλέποντας εμένα σκεφτικό, συνέχισαν λέγοντάς:
"Λοιπόν, δυο λύσεις υπάρχουν. Ή θα μας φιλοξενήσετε στο στρατόπεδο μέχρι το ξημέρωμα ή θα μας πάτε συνοδεία στην αφετηρία των λεωφορείων. Το λεωφορείο κάνει στάση έξω από το σπίτι μας. Μόνοι μας δεν πηγαίνουμε στην αφετηρία".
Βλέποντας εμένα σκεφτικό, συνέχισαν λέγοντάς:
"Λοιπόν, δυο λύσεις υπάρχουν. Ή θα μας φιλοξενήσετε στο στρατόπεδο μέχρι το ξημέρωμα ή θα μας πάτε συνοδεία στην αφετηρία των λεωφορείων. Το λεωφορείο κάνει στάση έξω από το σπίτι μας. Μόνοι μας δεν πηγαίνουμε στην αφετηρία".
Τους πήγα μαζί με δυο στρατιώτες συνοδεία στην αφετηρία. Μας ευχαρίστησαν ήρεμοι, αλλά πολύ συγκινημένοι. Ανταλλάξαμε ευχές για Καλό Πάσχα. Συνέχισαν να μας χαιρετάνε μέσα από το λεωφορείο, μέχρι που αυτό χάθηκε στη στροφή του δρόμου.
Έτσι άρχισε για μένα η εφτάχρονη δικτατορία, το πιο πηχτό σκοτάδι, μέσα στο οποίο έζησε ο ελληνικός λαός, στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα.