Κυριακή, 26 Οκτωβρίου 2014

«...η διαδικασία στήριξης της καπιταλιστικής ανάκαμψης προϋποθέτει μπαράζ νέων αντεργατικών αναδιαρθρώσεων»

ΤΑ «ΜΕΙΓΜΑΤΑ» ΤΗΣ ΑΝΤΙΛΑΪΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ
«Γιατροσόφια» στην υπηρεσία του εκμεταλλευτικού συστήματος*
 
 
Μπόλικος κουρνιαχτός σηκώνεται αυτή την περίοδο, σχετικά με τη διαμόρφωση της «μεταβατικής φάσης», για την έξοδο από τα μνημόνια και την επάνοδο στην «ευρωπαϊκή κανονικότητα» των εγχώριων επιχειρηματικών ομίλων. 
 
Οι αντιλαϊκές διεργασίες της τρέχουσας περιόδου σηματοδοτούνται από τη διασφάλιση των όρων και των προϋποθέσεων για την επάνοδο του ελληνικού κράτους, με ανταγωνιστικούς όρους, στις διεθνείς χρηματαγορές, για την άντληση κεφαλαίων που θα διασφαλίζουν τη λειτουργία του κρατικού μηχανισμού, την εξυπηρέτηση των υποχρεώσεων τόσο στο εξωτερικό όσο και στο εσωτερικό της χώρας.
 
 
 Σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ενωσης, το μείγμα της αντιλαϊκής πολιτικής που κερδίζει έδαφος στην παρούσα φάση προβλέπει μεταξύ άλλων την ενεργοποίηση του λεγόμενου «πακέτου Γιούνκερ», για επενδύσεις σε υποδομές ύψους 300 δισ. ευρώ, σε συνδυασμό με τη «χαλάρωση» της νομισματικής πολιτικής στην Ευρωζώνη, προκειμένου να διοχετευθούν φρέσκα κεφάλαια στα ευρωενωσιακά μονοπώλια. 

Κεντρικό ζητούμενο η διασφάλιση των νέων κερδοφόρων επενδύσεων του ευρωπαϊκού κεφαλαίου, προκειμένου να διαμορφωθούν συνθήκες σταθεροποίησης και ανάκαμψης της μάζας της κερδοφορίας του, ενώ επιβεβαιώνεται ότι τα μονοπώλια δεν είναι σε θέση να κάνουν ούτε βήμα μπροστά χωρίς την «ομπρέλα» προστασίας και ενίσχυσης από τις εθνικές κυβερνήσεις και συνολικά την ΕΕ. 


Ταυτόχρονα, η διαδικασία στήριξης της καπιταλιστικής ανάκαμψης προϋποθέτει μπαράζ νέων αντεργατικών αναδιαρθρώσεων, μεγάλες «εξοικονομήσεις» στην κλίμακα της παραγωγής, τη διαμόρφωση ακόμη μεγαλύτερων επιχειρηματικών σχηματισμών στους νευραλγικούς κλάδους της οικονομίας. 

Και αυτό γιατί μόνο έτσι τα λιμνάζοντα και υπερσυσσωρευμένα κεφάλαια θα μπορέσουν να διοχετευθούν σε επενδύσεις τέτοιες που να διασφαλίζουν κέρδη στα μονοπώλια.
 
Σε αυτό το πλαίσιο, η επάνοδος στην «ευρωπαϊκή κανονικότητα» του ελληνικού κεφαλαίου σηματοδοτεί την προσπάθεια «αναβάθμισης» του ελληνικού αστικού κράτους, την εύκολη πρόσβαση στις χρηματαγορές για δανεισμό, μικρότερες εγγυήσεις προς την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα για τη διασφάλιση φτηνής χρηματοδότησης για τους ελληνικούς επιχειρηματικούς ομίλους κ.ο.κ.

Καπιταλιστική ανάκαμψη και κρατικό 
χρέος αλληλοτροφοδοτήθηκαν
 
 
Έχει σημασία να θυμηθούμε ότι μετά την ένταξη της Ελλάδας στην Ευρωζώνη, εν μέσω υψηλών ρυθμών καπιταλιστικής ανάπτυξης, οι εκδόσεις ομολογιακών δανείων με προσφυγή στις τράπεζες ήταν φαινόμενο απόλυτα συνηθισμένο. 

Η αδιαμεσολάβητη πρόσβαση στις χρηματαγορές γινόταν 
σε περίοδο ραγδαίας αύξησης του παραγόμενου ΑΕΠ. 

Για το 2003 η καπιταλιστική ανάπτυξη στην Ελλάδα έφτασε στο 6,6%, το 2004 στο 5%, το 2006 στο 5,8%. Η καπιταλιστική ανάπτυξη στην Ελλάδα, μέχρι και τα μέσα της περασμένης δεκαετίας, ήταν πολλαπλάσια σε σχέση με αυτή των άλλων κρατών της Ευρωζώνης, πολύ πάνω από τους μέσους όρους.

Η διόγκωση της ανάπτυξης του κεφαλαίου, ωστόσο, επιτάχυνε και εμβάθυνε την καπιταλιστική κρίση που εκδηλώθηκε στη συνέχεια, με αντίστροφα πολλαπλάσιους αρνητικούς ρυθμούς και ιδιαίτερη ένταση. 

Είναι φανερό το γεγονός ότι η καπιταλιστική ανάπτυξη και το κρατικό χρέος αλληλοτροφοδοτήθηκαν. Το κρατικό χρέος διοχετεύεται στην ενίσχυση των επιχειρηματικών ομίλων, στη χρηματοδότηση των προτεραιοτήτων επιλεγμένων κλάδων και τομέων της οικονομίας, ενώ ταυτόχρονα γιγαντώθηκε με τα εκτεταμένα προγράμματα ιδιωτικοποιήσεων νευραλγικών κλάδων που εκχωρήθηκαν σε «επενδυτές».

Σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να είναι καθαρό ότι τόσο οι εναλλαγές ως προς τις πηγές άντλησης του χρέους (διακρατικά δάνεια ή χρηματαγορές) όσο και το ύψος του δεν αποτελούν κριτήριο για τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης του λαού.


Αναγκαστικά και αναπότρεπτα, η συσσώρευση καπιταλιστικών κερδών πάνω από ένα ορισμένο, κάθε φορά, σημείο, θα οδηγεί στην επόμενη φάση του οικονομικού κύκλου, δηλαδή στο ξέσπασμα της επόμενης καπιταλιστικής κρίσης, ανεξάρτητα από το μείγμα της αστικής διαχειριστικής πολιτικής και την οικονομική και πολιτική δύναμη κάθε κράτους στο πλαίσιο της καπιταλιστικής ανισομετρίας. 

Ήδη στην Ευρωζώνη και σε συνδυασμό με τις γενικότερες εξελίξεις, ακόμα και στην «ατμομηχανή» της, τη γερμανική οικονομία, εκδηλώνονται μια σειρά από νέες αβεβαιότητες και αυτό χωρίς καν να έχουν εμπεδωθεί σε επίπεδο ΕΕ οι συνθήκες της «σταθεροποίησης». 

Σε αυτό το πλαίσιο, ένα προς ένα, όλα μαζί τα διάφορα μείγματα της αντιλαϊκής πολιτικής, είναι απλά γιατροσόφια στο σημερινό εκμεταλλευτικό σύστημα, που έχει «φάει τα ψωμιά του».

*Από τη στήλη  "ΠΟΛΙΤΙΚΗ"  του  Ριζοσπάστη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου