Κυριακή, 22 Αυγούστου 2010

"Δεν φοβηθήκαμε τον πόλεμο, παραδοθήκαμε σε καιρό ειρήνης"

Ο θείος Στέφανος, (πρώτος από τ' αριστερά)
στρατιώτης στην Θεσσαλονίκη

ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ

Ο κυρ ΣΤΑΥΡΟΣ

Για τον μόνο που δεν είχε κάνει την παραμικρή αναφορά, σ’ όλη τη διάρκεια της αφήγησής του, ήταν ο κυρ-Σταύρος. "Ξέρεις θείε, μου κάνει εντύπωση, ότι μέχρι στιγμής, δεν έχεις πει τίποτα για τον κυρ-Σταύρο. Η Βαλεντίνη, τι κάνει;" Τον ρώτησα. Ήταν σαν να τον χτύπησε κεραυνός!! Σα να χάθηκε σε άλλη διάσταση. Τα χρειάστηκα. Ήταν σίγουρο ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Ευτυχώς συνήλθε γρήγορα. «Θα σου πω, αφού το θέλεις, αλλά πρώτα βάλε μου λίγο κρύο νερό» είπε. Ήπιε το νερό και συνέχισε «Ο κυρ-Σταύρος, μου φέρθηκε καλύτερα από αδελφός. Σαν πατέρας. Ήταν ο ευεργέτης μου. Ήταν ο πρώτος άνθρωπος που συνάντησα μόλις πάτησα το πόδι μου στη Βραζιλία. Όχι μόνο μου είχε βρει σπίτι να μείνω, αλλά το είχε νοικιάσει κιόλας. Δεν άφησε να μου λείψει τίποτα το πρώτο διάστημα, μέχρι να τακτοποιηθώ. Μέναμε κοντά. Βλεπόμαστε σχεδόν κάθε μέρα. Ήταν καλός μάστορας, είχε καλή δουλειά. Αλλά πάνω απ’ όλα ήταν καλός οικογενειάρχης. Μεγαλώνοντας η Βαλεντίνα, έτσι τη λέγαμε, παντρεύτηκε ένα πολύ καλό παιδί, ένα δικό μας παιδί, σπουδασμένο. Πολιτικός μηχανικός. Απόκτησαν και δύο παιδιά. Δύο κορίτσια» Κόμπιασε λίγο. Για λέγε, του είπα. «Δεμένη οικογένεια. Ο κυρ- Σταύρος καμάρωνε και με το δίκιο του, που σ’ έκανε να λες, χαλάλι η νοσταλγία για την πατρίδα. Γιατί όπως όλοι οι ξενιτεμένοι, ζούσαν κι αυτοί, η οικογένεια του κυρ-Σταύρου, με την ελπίδα του γυρισμού». Συνέχισε, σα να παραμιλά, λέγοντας: «Μόνο όσοι έχουν βρεθεί μακριά από την πατρίδα, ξέρουν τι μαράζι είναι η νοσταλγία της πατρίδας. Τι κίνητρο, αλλά και τι απελπισία είναι η επιθυμία της επιστροφής, όταν ο καιρός μακραίνει κι αυτό δεν γίνεται». Για πρώτη φορά από την αρχή της συζήτησης έβγαζε ένα παράπονο. Συνέχισε να μιλά «Θα έχουν περάσει δέκα πέντε χρόνια, ίσως πιο λίγα. Μια μέρα η Βαλεντίνα με τον άντρα της και τα δυο κορίτσια τους, ξεκίνησαν να πάνε τριήμερη επίσκεψη σε μια φιλική τους οικογένεια. Στην επιστροφή πέφτουν θύματα τροχαίου δυστυχήματος. Σκοτώνονται και οι τέσσερεις, επί τόπου. Οι αρμόδιες αρχές, ειδοποιούν τον κυρ-Σταύρο, λέγοντάς του, όπως συνηθίζεται σ’ αυτές τις περιπτώσεις, ότι οι οικείοι σας βρίσκονται βαριά τραυματισμένοι στο τάδε νοσοκομείο. Στην πραγματικότητα τον καλούσαν για εξακρίβωση. Πήγε ο κυρ- Σταύρος γεμάτος αγωνία αλλά και με την ελπίδα ότι στο τέλος όλα θα πάνε καλά. Αυτό που είδε όμως είναι από εκείνα που δεν τ' αντέχει ο νους του ανθρώπου. Μέσα σε μια στιγμή είχε χάσει τα πάντα, δεν του είχε μείνει τίποτα. Γύρισε στο σπίτι και χωρίς να πει κουβέντα στη γυναίκα του, έτσι πρέπει να έγινε, πήρε το περίστροφό του και αφού την πυροβόλησε και την σκότωσε, αυτοκτόνησε. Να γιατί, δεν ήθελα να σου πω για τον κυρ-Σταύρο, ανιψιέ.» Έπεσε σιωπή. Δεν μπορούσα να το πιστέψω. Σα να βρέθηκα στη μέση ενός εφιαλτικού ονείρου, απ’ όπου δεν υπάρχει διαφυγή. Δεν κατάφερα να πω, ούτε μία λέξη. Για το θείο Στέφανο η αφήγηση του τραγικού ξεκληρίσματος της οικογένειας του κυρ-Σταύρου, ήταν η συντριβή του. Δεν είχε κανένα νόημα πια, το να "κρύβετε" πίσω από λόγια, όπως "στην αρχή αντιμετωπίσαμε δυσκολίες, αλλά στο τέλος όλα πήγαν καλά". Η αφήγηση της τραγωδίας, τον είχε προσγειώσει βαριά. «Μέχρι πριν από λίγο, αν με ρώταγες δεν υπήρχε περίπτωση να το παραδεχτώ, συνέχισε να λέει, δεν παραδέχτηκα ποτέ μέχρι σήμερα, ότι η φυγή μου στη Βραζιλία ήταν το μεγάλο μου λάθος. Τώρα όμως, όπως ήρθαν τα πράγματα, θα στο πω. Ήταν δύσκολη η κατάσταση τότε στην Ελλάδα. Χιλιάδες νέοι στις φυλακές και στα ξερονήσια και χιλιάδες άλλοι χωρίς δουλειά. Θα ήταν άδικος εκείνος ο άνθρωπος που θα σκεφτόταν και μόνο να κατηγορήσει, τους νέους εκείνης της εποχής, για το ότι εγκατέλειψαν την Ελλάδα, πηγαίνοντας να δουλέψουν στα ξένα. Ο κάθε νέος, που έφευγε τότε από την Ελλάδα, σίγουρα είχε ένα σοβαρό λόγο. Όμως το παραδέχομαι. Ήταν λάθος μου. Ήταν λάθος όλων μας. Ο ελληνικός λαός αντιμετώπισε με ηρωισμό, με θάρρος και μεγάλες θυσίες την φασιστική επίθεση του Μουσολίνι. Στο λέω γιατί τα έζησα. Ακόμα και κάτω από την Γερμανική κατοχή, όχι μόνο δεν παραδόθηκε, αλλά παραδειγμάτισε όλο τον κόσμο με την αυτοθυσία του και την παλληκαριά του. Όχι, ο ελληνικός λαός δεν ηττήθηκε στον πόλεμο. Η μεγάλη του ήττα, ήταν η μετανάστευση. Αυτή η δεύτερη προσφυγιά. Όλοι οι νέοι που είχαν επιζήσει του πολέμου και έπιαναν τα χέρια τους, σκόρπισαν στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Όπου πήγαν, "έχτισαν" καινούργιες πολιτείες. Ήμουν εκεί και είδα πόσο σκληρά δουλέψανε τα παιδιά. Πόσο τίμια, δημιουργικά και ευσυνείδητα. Η μετανάστευση ήταν η ήττα μας. Έπρεπε να μείνουμε. Ή θα φτιάχναμε τη ζωή μας εδώ, στην πατρίδα ή ας χανόμαστε. Μήπως τώρα χαμένοι δεν είμαστε; Άνθρωποι χωρίς πατρίδα. Που είναι η μάννα μου, ο πατέρας μου, τα αδέλφια μου, οι φίλοι μου, όλοι εκείνοι που αγάπησα; Που είναι; Tίποτα δεν χάρηκα στην ξενιτιά. Απλώς υποκρινόμουν από εγωισμό. Ξέρεις τι είναι να έχεις τις εικόνες του τόπου που γεννήθηκες και άφησες πίσω σου, τις εικόνες αγαπημένων σου προσώπων στο μυαλό σου, απείραχτες από τον χρόνο; Να έχεις γιαυτό την ψευδαίσθηση ότι τα χρόνια δεν περνούν για σένα; Να πιστεύεις ότι όποτε κι αν γυρίσεις, όλα θα είναι όπως τα άφησες; Να έχεις στο μυαλό σου απείραχτες τις εικόνες των αγαπημένων σου προσώπων, τη στιγμή που κανείς τους δεν βρίσκεται στη ζωή;... Ήταν λάθος. Δεν ξέραμε τι σημαίνει ξενιτιά. Μείναμε αδούλωτοι στον πόλεμο και παραδοθήκαμε σε καιρό ειρήνης.» Δεν είπα τίποτα. Ο θείος Στέφανος είχε παραδεχτεί το λάθος του και έμοιαζε με άνθρωπο που μόλις έχει ξεφορτωθεί από πάνω του, ένα μεγάλο βάρος.

Αυτή ήταν η πρώτη και η τελευταία συζήτηση που είχα μαζί του.




Συνεχίζεται...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου