Παρασκευή, 20 Αυγούστου 2010

Αυτή τη φορά "μετανάστης" θα γίνει η πλουτοκρατία


"Αχ! Η ξενιτειά το χαίρεται / Το μοσχολούλουδό μου
Αχ! Εγώ ήμουνα που τόστειλα / Με θέλημα δικό μου
Αχ! Ανάθεμά σε ξενιτειά / Εσύ και το καλό σου
Αχ! Που πήρες το παιδάκι μου / Τζιβαέρι μου/
και τόκανες δικό σου
"

Ο θείος Στέφανος και η θεία Ασπασία

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

Ο θείος Στέφανος

Tην αδελφή της μητέρας μου την έλεγαν Ασπασία. Η θεία Ασπασία. Τον σύζυγο της θείας της Ασπασίας τον έλεγαν Στέφανο. Ο θείος Στέφανος, ήταν, όπως έλεγε ο Όμηρος για τον Οδυσσέα του, άνδρας πολύτροπος. Η καταγωγή του ήταν από τα Μέθανα. Δεν υπήρχε κάτι που να μη μπορούσε να το φτιάξει. Μηχανικός και ηλεκτρολόγος αυτοκινήτων, τορναδόρος, oξυγοκολλητής, ηλεκτρολόγος, ωρολογοποιός, μοδελοποιός, οδηγός Δ.Χ. μηχανής με φουρκώνι, οδηγός ταξί, επιπλοποιός, μηχανικός προβολής κινηματογραφικών ταινιών κλπ., ήταν αυτό που ο λαός μας λέει, πολυτεχνίτης κι ερημοσπίτης. Καταλαβαίνεις. Δεν τον χώραγε ο τόπος. Σαν τάνκερ σε πισίνα. Οι οικείοι του, λοιπόν, του είχαν κολλήσει παρατσούκλι. Ο Λολομεθενίτης.
Το 1954 ήταν η χρονιά που απόκτησε το τέταρτο παιδί του. Το τέταρτο αγόρι του. Έτσι η οικογένειά του έγινε εξαμελής.

Η μητέρα μου με τη θεία Ασπασία και τα παιδιά τους,
στη βόλτα (οδός Γ. Κονδύλη, Κοκκινιά 1948)


Ένα από εκείνα τα γλυκομελαγχολικά Κυριακάτικα φθινοπωρινά απογεύματα του 1954, ήρθε ο θείος Στέφανος οικογενειακώς, να μας κάνει επίσκεψη. Η μητέρα μου έλειπε. Είχε πάει σ’ ένα γείτονα – έμενε απέναντί μας - τον κυρ-Σταύρο, να τον αποχαιρετίσει, γιατί την επομένη θα έφευγε μετανάστης για την μακρινή Βραζιλία. Όταν γύρισε η μητέρα μου, είπε δυο τρεις κουβέντες για τον κυρ-Σταύρο, χωρίς να αναφέρει τ’ όνομά του, και για το πόσο λυπημένος ήταν που αναγκαζόταν
να ξενιτευτεί.
-Να ξενιτευτεί; Την ρώτησε ο θείος Στέφανος. Ποιός;
-Ο κυρ-Σταύρος. Του απάντησε η μητέρα μου.
-Που πάει; Την ξαναρώτησε.
-Στη Βραζιλία.
-Στη Βραζιλία;!! Πάω να τον δω.
Και στο λεπτό βρέθηκε να μιλάει με τον κυρ-Σταύρο για το πώς πήρε την απόφαση να φύγει από την Ελλάδα για ένα τόσο μακρινό τόπο, τι γνωρίζει για την Βραζιλία κλπ. Ανοίγω εδώ μια παρένθεση για να πω δυο λόγια για τον κυρ-Σταύρο, μια και είναι το τραγικό πρόσωπο σ’ αυτή την ιστορία. Ο κυρ-Σταύρος έμενε απέναντί μας. Σπάνιος άνθρωπος, καλοσυνάτος, δεν είχε ακουστεί ποτέ η φωνή του στη γειτονιά. Καλός οικογενειάρχης και πολύ καλός επιπλοποιός, όπως έλεγαν εκείνοι που ήξεραν. Θα είχε δημιουργήσει οικογένεια σχετικά μεγάλος για κείνη την εποχή γιατί παρ' ότι το μοναδικό του παιδί, το κορίτσι του, η Βαλεντίνα, θα ήταν περίπου 11 με 12 χρονών, τα μαλλιά του κυρ- Σταύρου, απ’ ότι θυμάμαι, είχαν αρχίσει να ασπρίζουν. Παρ’ όλα αυτά, επειδή ήθελε να εξασφαλίσει το κορίτσι του και με το μεροκάματο που έπαιρνε καταλάβαινε ότι κάτι τέτοιο δε μπορούσε να γίνει, πίστεψε ότι αυτή την δυνατότητα θα την αποκτούσε δουλεύοντας στο εξωτερικό.
Πήρε λοιπόν, την μεγάλη απόφαση. Κλίνει η παρένθεση.
Η συζήτηση τους θα κράτησε περίπου μια ώρα. Οπότε, εμφανίζεται ο θείος Στέφανος
ξαφνικά, όπως είχε φύγει. Περιχαρής και αποφασισμένος, αναφωνεί. «Ασπασία, φεύγουμε για Βραζιλία». Γίνεται μεγάλη ταραχή. Η θεία Ασπασία μαζί και η μητέρα μου, βάζουν τα κλάματα. Όλοι φαίνονται σαν χαμένοι. Ο πατέρας μου για να διασκεδάσει την ένταση της στιγμής, αν και καταλάβαινε ότι ο θείος Στέφανος σοβαρολογούσε, λέει: Έλα βρε, μην κάνετε έτσι. Δεν τον ξέρετε τον Λολομεθενίτη; Πρώτη φορά γίνεται αυτό; Έτσι δεν κάνει πάντα; Δεν το ξέρετε ότι ενθουσιάζεται με το κάθε τι;
H επίσκεψη έληξε άδοξα. Ο θείος Στέφανος πήρε την οικογένειά του κι έφυγε.
Mέσα σε λίγες μέρες είχε τακτοποιήσει τα πάντα για τη φυγή του. Έπρεπε όμως υποχρεωτικά να μάθει τη γλώσσα. Τα βραζιλιάνικα. Έπρεπε να παρακολουθήσει τα μαθήματα που πρόσφεραν δωρεάν οι υπηρεσίες μετανάστευσης. Τα μαθήματα ήταν εντατικά. Η διάρκεια τους; Ένας μήνας. Όταν τέλειωσε ο μήνας των μαθημάτων, οι υπεύθυνοι της υπηρεσίας, πρότειναν στο θείο Στέφανο να τον κρατήσουν για δάσκαλο!! Αλλά ο θείος Στέφανος εκτός από άνδρας πολύτροπος, ήταν και αποφασιστικός.
Θα είχαν περάσει δύο-τρεις μήνες, όχι παραπάνω, αν θυμάμαι καλά, και η θεία Ασπασία, η αδελφή της μητέρας μου, έλαβε από τον θείο Στέφανο πρόσκληση από την Βραζιλία, με όλα τα σχετικά, για να πάει να τον συναντήσει. Την θεία Ασπασία δεν την κρατούσε τίποτα. Το μόνο που ήθελε ήταν να βρεθεί κοντά του. Κι έτσι ένα ανοιξιάτικο πρωινό, βρεθήκαμε όλοι, συγγενείς και φίλοι, στο λιμάνι του Πειραιά - απ' όπου έφευγαν καραβιές οι νέοι της εποχής για την ξενητιά - για τον αποχαιρετισμό. Έφευγε με τέσσερα παιδιά, το πιο μικρό, τον Σταμάτη, το κράταγε στην αγκαλιά της. Για πολύ ώρα, μέχρι να επιβιβαστούν στο πλοίο, η μητέρα μου και η θεία Ασπασία, ήταν η μία στην αγκαλιά της άλλης αμίλητες, να κοιτάζονται στα μάτια, λες και ήθελε η μία να κρατήσει κάθε χιλιοστό από το πρόσωπο της άλλης για θύμηση, σαν να ήξεραν ότι δεν θα ξανασυναντηθούν. Όπως και έγινε.

Έφυγαν με το ατμόπλοιο «Κολοκοτρώνης», το οποίο θα τους πήγαινε μέχρι την Ιταλία και μετά άλλο πλοίο θα τους ταξίδευε στην Βραζιλία. Σχεδόν πάνω από ένα μήνα ταξίδι με τέσσερα μικρά παιδιά και το μωρό στην αγκαλιά. Θυμάμαι τη μητέρα μου να κουνάει το μαντήλι, μέχρι την ώρα που το «Κολοκοτρώνης» φαινότανε στον ορίζοντα σαν μία μικρή μαύρη κουκκίδα...

Tον πρώτο καιρό η αλληλογραφία μας ήταν πυκνή. Σε κάποιο γράμμα του, ο θείος Στέφανος, είχε βάλει μέσα λίγα δολάρια, θέλοντας να δείξει ότι "όλα βαίνουν καλώς". Μάλιστα, ενθάρρυνε τον μεγαλύτερο αδελφό μου, τον βαφτισιμιό του, να πάει να τον βρει. Τον βεβαίωνε ότι η δουλειά τον περιμένει. Ο πατέρας μου ήταν κάθετος σ΄αυτό το ζήτημα. Το ξέκοψε από την αρχή.


To Τζιβαέρι

Συνεχίζεται...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου