Σάββατο, 30 Ιουλίου 2011

“Το Χρήμα ως Κέρδος” (Μέρος 30ο)


"...Τα συμφέροντα της κοινωνίας προηγούνται
απόλυτα των ατομικών συμφερόντων...
...Το απλό κυνήγι του πλούτου δεν είναι
ο τελικός προορισμός της ανθρωπότητας..."*

Δύο είναι λοιπόν, τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής.

«Πρώτο: Παράγει τα προϊόντα του σαν εμπορεύματα. Δεν είναι ή παραγωγή εμπορευμάτων που τον κάνουν να διαφέρει από άλλους τρόπους παραγωγής, αλλά το γεγονός, ότι το γνώρισμα που κυριαρχεί και καθορίζει το προϊόν του, είναι ότι είναι εμπόρευμα (αξία χρήσης και αξία). Αυτό σημαίνει πριν απ’ όλα, ότι ο ίδιος ο εργάτης εμφανίζεται μόνο σαν πουλητής εμπορεύματος και επομένως σαν ελεύθερος μισθωτός εργάτης, δηλαδή η εργασία γενικά εμφανίζεται σαν μισθωτή εργασία (εργατική δύναμη = εμπόρευμα = αξία χρήσης, και με το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό, ότι είναι η μοναδική αξία χρήσης που όταν καταναλώνεται παράγει αξία)…

Το δεύτερο, που ξεχωρίζει ειδικά τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής, (από τους προγενέστερους) είναι η παραγωγή της υπεραξίας σαν άμεσος σκοπός και καθορίζον κίνητρο της παραγωγής. Το κεφάλαιο παράγει στην ουσία κεφάλαιο, και το κάνει αυτό μόνο, εφόσον παράγει υπεραξία...»**

Τι είναι λοιπόν κεφάλαιο;

«…Κεφάλαιο είναι η εναποθηκευμένη εργασία… Το κεφάλαιο είναι η δύναμη να εξουσιάζει την εργασία και τα προϊόντα της. Ο κεφαλαιοκράτης κατέχει αυτή τη δύναμη, όχι στ’ όνομα των προσωπικών και ανθρώπινων ιδιοτήτων του, αλλά επειδή είναι ιδιοκτήτης κεφαλαίου. Η δύναμή του είναι η αγοραστική δύναμη του κεφαλαίου του, στην οποία τίποτα δεν μπορεί ν’ αντισταθεί…

Που σημαίνει ότι ο εργαζόμενος όταν έρχεται

«… Πρόσωπο με πρόσωπο με τον εργοδότη του, δε βρίσκεται καθόλου στη θέση ενός ελεύθερου πωλητή… Ο κεφαλαιοκράτης είναι πράγματι ελεύθερος να εκμισθώνει εργασία και ο εργάτης πάντοτε εξαναγκάζεται να την πουλά. Η αξία της εργασίας καταστρέφεται απόλυτα, αν δεν πουλιέται κάθε στιγμή. Αντίθετα, από τα πραγματικά εμπορεύματα, η εργασία ούτε να συσσωρευτεί μπορεί, ούτε ν’ αποταμιευτεί. Η εργασία είναι ζωή, κι αν η ζωή δεν ανταλλάσσεται κάθε μέρα με τροφή, μαστίζεται και γρήγορα εξαφανίζεται…

Η πολιτική οικονομία θεωρεί την εργασία αφηρημένα σαν ένα πράγμα. Η εργασία είναι εμπόρευμα… Αν λοιπόν η εργασία είναι εμπόρευμα, είναι εμπόρευμα με τα πιο ατυχή χαρακτηριστικά… Το παρόν οικονομικό καθεστώς μειώνει ταυτόχρονα τόσο την τιμή όσο και την αμοιβή της εργασίας. Τελειοποιεί τον εργάτη και υποβιβάζει τον άνθρωπο… Η βιομηχανία έγινε πόλεμος…

…Ο βιομηχανικός πόλεμος, αν θέλει να σημειώσει οποιαδήποτε επιτυχία, χρειάζεται μεγάλες στρατιές - από εργάτες- που να μπορεί να τις συγκεντρώνει σ’ ένα σημείο και να τις αποδεκατίζει κατά βούληση. Δεν είναι ούτε το καθήκον ούτε η αφοσίωση, που παρακινεί τους στρατιώτες αυτού του στρατού να βαστάξουν το βάρος που τους φόρτωσαν, εκείνο που τους παρακινεί είναι η ανάγκη να δραπετεύσουν από την τυραννία της πείνας. Δεν νοιώθουν ούτε στοργή ούτε ευγνωμοσύνη για τ’ αφεντικά τους, που δεν τρέφουν κανένα αίσθημα καλής θέλησης προς τους υποτελείς τους και που στην πραγματικότητα τους θεωρούν όχι σαν ανθρώπινες υπάρξεις, αλλά σαν εργαλεία παραγωγής που αποδίδουν όσο γίνεται περισσότερο και κοστίζουν όσο γίνεται λιγότερο … Η βιομηχανία που τους συνάθροισε όλους αυτούς, τους επιτρέπει να ζουν μόνο επειδή τους χρειάζεται. Όταν έρθει η ώρα ν’ απελευθερωθεί απ’ αυτούς, τους εγκαταλείπει χωρίς τον παραμικρό δισταγμό…»

«…Μέχρι τώρα η βιομηχανία βρισκόταν σε κατάσταση ενός κατακτητικού πολέμου:

…σπατάλησε τις ζωές των ανθρώπων που αποτέλεσαν το στρατό της με τόση αδιαφορία, όση και οι μεγάλοι κατακτητές. Σκοπός ήταν η κατοχή πλούτου και όχι η ανθρώπινη ευτυχία… Αυτά τα συμφέροντα, (δηλαδή τα αντιτιθέμενα οικονομικά συμφέροντα, μεταξύ κεφαλαίου και εργαζομένων) αφημένα στη δική τους ελεύθερη (νομοτελειακή) ανάπτυξη... δεν μπορεί παρά να συγκρουστούν
» (Ε. Μπουρέ «Η αθλιότητα των εργατικών τάξεων στην Αγγλία και Γαλλία, τόμος 1ος).* **

Αδιάψευστοι μάρτυρες, τα μνημόνια, τα μεσοπρόθεσμα προγράμματα, και ότι άλλο συσκεφτούν σε βάρος των λαών της Ευρώπης, οι πολιτικοί εκπρόσωποι των εκμεταλλευτών. Με δυο λόγια, η πολιτική εξυπηρέτησης των συμφερόντων του μεγάλου κεφαλαίου, που βιώνουν σήμερα, οι εργαζόμενοι, στην Ελλάδα, στην Ευρώπη, και σ' όλο τον κόσμο

Αυτή είναι η πραγματικότητα σήμερα, που λέει, ότι ο καπιταλισμός αντικρίζει πλέον το ιστορικό του αδιέξοδο. Ζει τη φάση της ιστορικής του παρακμής. Είναι ο καπιταλισμός που ψυχορραγεί. Το μέλλον της ανθρωπότητας είναι το αντίθετο του καπιταλισμού. Ο σοσιαλισμός - κομμουνισμός. Δηλαδή η κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο.

*Φρ. Ένγκελς : «Η Καταγωγή της Οικογένειας, της Ατομικής Ιδιοκτησίας & του Κράτους» Σελ. 220 - 221, Εκδόσεις: «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 2005.

** Καρλ Μαρξ, “Το ΚΕΦΑΛΑΙΟ”, τομ. 3ος, σελ. 1081, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή» 1978.

***Καρλ Μαρξ, “Οικονομικά και Φιλοσοφικά Χειρόγραφα” σελ. 57 - 60, εκδ. ΓΛΑΡΟΣ.**

"Φιλολαϊκή διέξοδος από την κρίση..." ΕΔΩ

"Ανυπακοή και πάλη ταξική" ΕΔΩ

"Σε όξυνση η καπιταλιστική κρίση" ΕΔΩ

Τετάρτη, 27 Ιουλίου 2011

“Το Χρήμα ως Κέρδος” (Μέρος 29ο)

Tο βιομηχανικό κέρδος, η γαιοπρόσοδος, και ο τόκος,
τα μέρη στα οποία χωρίζεται η υπεραξία
.

Είδαμε λοιπόν ότι το κέρδος, η υπεραξία, είναι το μέρος εκείνο από τη συνολική αξία του εμπορεύματος, στο οποίο είναι αντικειμενοποιημένη η υπερεργασία ή η απλήρωτη εργασία του εργαζόμενου. Με μια πρώτη ματιά, φαίνεται ότι ο κεφαλαιοκράτης βιομήχανος τσεπώνει ο ίδιος το συνολικό ποσό αυτού του κέρδους. Αλλά συνήθως, δεν είναι έτσι.

Γιατί από τη μια, το μονοπώλιο της γης δίνει τη δυνατότητα στο γαιοκτήμονα να αποσπά ένα μέρος αυτής της υπεραξίας με το όνομα της γαιοπροσόδου, ανεξάρτητα αν το έδαφος χρησιμοποιείται για τη γεωργία ή για την ανέγερση οικοδομών, για δρόμους ή για ένα οποιοδήποτε άλλο παραγωγικό σκοπό. Από την άλλη δίνει τη δυνατότητα στον κεφαλαιοκράτη που δανείζει χρήματα, να διεκδικεί για τον εαυτό του ένα άλλο μέρος αυτής της υπεραξίας, με το όνομα τόκος. Έτσι που στον βιομήχανο κεφαλαιοκράτη να μένει μονάχα αυτό που ονομάζουνε βιομηχανικό ή εμπορικό κέρδος.

Και γιατί έχει ιδιαίτερη σημασία αυτός ο διαχωρισμός της υπεραξίας; Γιατί πάνω σ’ αυτή τη πλάνη της λαϊκής αντίληψης, που συγχέει τη διάσπαση μιας δοσμένης αξίας σε τρία μέρη, με το σχηματισμό αυτής της αξίας από το άθροισμα τριών ανεξάρτητων αξιών, θεωρητικολογούν οι απολογητές των εκμεταλλευτών, με σκοπό την απόκρυψη από την μια του ληστρικού καπιταλιστικού οικονομικού συστήματος, και από την άλλη για να εμφανίζουν τις υπάρχουσες αστικές σχέσεις παραγωγής φυσικές και αιώνιες.

Γιατί «Η γαιοπρόσοδος, ο τόκος και το βιομηχανικό κέρδος είναι απλώς διαφορετικά ονόματα για διαφορετικά μέρη της υπεραξίας του εμπορεύματος ή της απλήρωτης εργασίας που περικλείνεται μέσα σ’ αυτό και προέρχονται όλα εξίσου απ’ αυτή και μονάχα απ’ αυτή την πηγή.

Δεν προέρχονται από το γη σαν τέτοια, ή από το κεφάλαιο σαν τέτοιο, αλλά η γη και το κεφάλαιο κάνουν τους ιδιοκτήτες τους ικανούς να παίρνουν τα αντίστοιχα μερίδια τους από την υπεραξία που ο κεφαλαιοκράτης βιομήχανος ξεζουμίζει από τους εργάτες του.

Για τον ίδιο τον εργάτη έχει δεύτερη σημασία αν η υπεραξία αυτή, που είναι το αποτέλεσμα της υπερεργασίας του ή της απλήρωτης δουλειάς του, τσεπώνεται ολόκληρη από τον κεφαλαιοκράτη βιομήχανο ή αν ο τελευταίος είναι υποχρεωμένος να πληρώνει κομμάτια από αυτή την υπεραξία σε τρίτα πρόσωπα με την ονομασία, της γαιοπροσόδου και του τόκου. 1

Κάτω από την εξουσία του εκμεταλλευτικού συστήματος, τίποτα δεν θα άλλαζε για τους εργαζόμενους, αν τα χρήματα που δανείζεται ο βιομήχανος κεφαλαιοκράτης, είναι κρατικής ή τραπεζικής (ιδιωτικής) κοπής. Αν δανείζεται χρήματα με χαμηλότερο τόκο. Το μόνο σίγουρο είναι, ότι σε μια τέτοια περίπτωση ο βιομήχανος κεφαλαιοκράτης, θα έβαζε στη τσέπη του, ένα μεγαλύτερο, αναλογικά, ποσό από την παραγόμενη υπεραξία. Να ακόμη ένας λόγος απόκρυψης από τον λαό, της διάσπασης της υπεραξίας από τους αστούς οικονομολόγους. Για να φορτώνουν στο λαό, όπως συμβαίνει και σήμερα, την εξόφληση της "προίκας" των εκμεταλλευτών.

Επιφανειακά η κίνηση του πιστωτικού κεφαλαίου παρουσιάζεται σαν μια συναλλαγή ανάμεσα στον πιστωτή και στον χρεώστη. Έτσι οι σχέσεις, μεταξύ των καπιταλιστών και των εκμεταλλευόμενων από αυτούς εργατών, οι οποίοι είναι οι δημιουργοί της υπεραξίας, συγκαλύπτονται. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο δημιουργείται η ψευδαίσθηση ότι ο τόκος είναι γέννημα του πιστωτικού κεφαλαίου, όπως ότι το κέρδος είναι γέννημα του κεφαλαίου και ότι η γαιοπρόσοδος είναι ένα έξοδο της επιχείρησης που πληρώνεται από το κεφάλαιο.

Αυτή η πλάνη, που δημιουργείται από την διάσπαση της υπεραξίας σε κέρδος, γαιοπρόσοδο και τόκο, γίνεται καπνός φτάνει να υποθέσουμε, ότι ο κεφαλαιοκράτης βιομήχανος χρησιμοποιεί μονάχα δικό του κεφάλαιο, είναι ο ίδιος και ιδιοκτήτης της γης που χρησιμοποιεί, για να δούμε έτσι, όλη την υπεραξία να πηγαίνει “αδιάσπαστη” στην τσέπη του.

«Οποιοδήποτε μερίδιο της υπεραξίας κι αν κρατήσει τελικά, ο κεφαλαιοκράτης βιομήχανος είναι εκείνος που ξεζουμίζει άμεσα την υπεραξία από τον εργάτη. Γι’ αυτό όλο το μισθωτό σύστημα και όλο το σημερινό σύστημα παραγωγής περιστρέφεται γύρω σ’ αυτή τη σχέση που υπάρχει ανάμεσα στον κεφαλαιοκράτη βιομήχανο και στον μισθωτό εργάτη...

Απ’ αυτά που αναφέρθηκαν βγαίνει λοιπόν και ένα άλλο συμπέρασμα:

Το μέρος εκείνο από την αξία του εμπορεύματος, που αντιπροσωπεύει μονάχα την αξία των πρώτων υλών, των μηχανών, με μια λέξη, την αξία των μέσων παραγωγής που καταναλώθηκαν, δεν αποτελεί γενικά το εισόδημα, αλλά αντικαθιστά μονάχα το κεφάλαιο (που έχει προκαταβληθεί για την αγορά παραγωγικών μέσων).

Ανεξάρτητα όμως από αυτό, είναι λάθος ότι το άλλο μέρος της αξίας του εμπορεύματος που αποτελεί το εισόδημα, ή που μπορεί να δαπανηθεί σαν μισθός εργασίας, κέρδους, γαιοπροσόδου, τόκου, αποτελείται από την αξία του μισθού της εργασίας, από την αξία της γαιοπροσόδου, από την αξία του κέρδους κ.τ.λ.

Στην πρώτη περίπτωση θ’ αφήσουμε κατά μέρος το μισθό της εργασίας και θα εξετάσουμε μονάχα το βιομηχανικό κέρδος, τον τόκο και τη γαιοπρόσοδο.

Πριν λίγο είδαμε ότι η υπεράξια που περιέχεται μέσα στο εμπόρευμα ή το μέρος εκείνο από την αξία του, στο οποίο είναι αντικειμενοποιημένη απλήρωτη εργασία, αναλύεται σε διάφορα μέρη με τρία διαφορετικά ονόματα. Μα θα σήμαινε πέρα για πέρα αντιστροφή της αλήθειας, αν θα έλεγε κάποιος ότι η αξία της αποτελείται ή σχηματίζεται από την πρόσθεση των ανεξάρτητων αξιών των τριών αυτών συστατικών μερών.

Αν μια ώρα εργασίας αντικειμενοποιείτε σε μια αξία από 15 ευρώ, αν η εργάσιμη μέρα του εργάτη αποτελείται από οκτώ ώρες, αν το μισό από το χρονικό αυτό διάστημα είναι απλήρωτη εργασία, η υπερεργασία αυτή θα προσθέσει στο εμπόρευμα 60 ευρώ υπεραξία, δηλαδή, μια αξία που γι’ αυτή δεν πληρώθηκε κανένα ισοδύναμο. Αυτή η υπεραξία των 60 ευρώ, είναι όλο το ποσό που μπορεί να μοιραστεί ο εργοδότης καπιταλιστής, σε μια οποιαδήποτε αναλογία με το γαιοκτήμονα και τον πιστωτή του. Η αξία αυτών των 60 ευρώ αποτελεί το όριο της αξίας, που μπορούν να μοιρασθούν μεταξύ τους.

Δεν είναι όμως ο κεφαλαιοκράτης βιομήχανος που προσθέτει στην αξία του εμπορεύματος μια αυθαίρετη αξία για το κέρδος του, και που πάνω σ’ αυτή την αξία προστίθεται μια ακόμα αξία για το γαιοκτήμονα. κ.τ.λ. έτσι που το άθροισμα αυτών των τριών αυθαίρετα καθορισμένων αξιών να αποτελεί τη συνολική αξία.

Έτσι βλέπετε την πλάνη που βρίσκεται στη λαϊκή αντίληψη, που συγχέει τη διάσπαση μιας δοσμένης αξίας σε τρία μέρη, με το σχηματισμό αυτής της αξίας από το άθροισμα τριών αυτοτελών αξιών, μετατρέποντας έτσι σ’ ένα αυθαίρετο μέγεθος τη συνολική αξία, από την οποία προέρχονται η γαιοπρόσοδος, το κέρδος και ο τόκος.

Αν το συνολικό κέρδος που πραγματοποιείται από έναν κεφαλαιοκράτη είναι ίσο με 1000 ευρώ, ονομάζουμε το ποσό αυτό, θεωρώντας το σαν απόλυτο μέγεθος, ποσό του κέρδους. Αν όμως υπολογίσουμε τη σχέση που υπάρχει ανάμεσα σ’ αυτά τα 1000 ευρώ και στο κεφάλαιο που καταβλήθηκε, τότε αυτό το σχετικό μέγεθος το ονομάζουμε ποσοστό του κέρδους. Είναι φανερό ότι αυτό το ποσοστό του κέρδους μπορεί να το εκφράσει κανείς με δύο διαφορετικούς τρόπους.

Ας υποθέσουμε πως το κεφάλαιο που πληρώθηκε σε μισθό της εργασίας είναι 1000 ευρώ. Αν η υπεραξία που δημιουργήθηκε είναι επίσης και αυτή 1000 ευρώ - πράγμα που θα μας έδειχνε πως η μισή εργάσιμη ημέρα του εργάτη αποτελείται από απλήρωτη εργασία - και αν το κέρδος αυτό το συγκρίνουμε με το κεφάλαιο που καταβλήθηκε σε μισθό της εργασίας, τότε θα λέγαμε ότι το ποσοστό του κέρδους ανέρχεται σε 100%, γιατί η αξία που πληρώθηκε ήταν 1000 και η αξία που πραγματοποιήθηκε 2000.

Αν από την άλλη μεριά εξετάσουμε όχι μόνο το κεφάλαιο που έχει καταβληθεί σε μισθό της εργασίας, αλλά το συνολικό κεφάλαιο που έχει καταβληθεί, λ.χ. 5000 ευρώ, απ’ τα οποία τα 4000 ευρώ αντιπροσώπευαν την αξία των πρώτων υλών, των μηχανών κτλ., τότε θα λέγαμε ότι το ποσοστό του κέρδους ανέρχεται μονάχα σε 20%, γιατί το κέρδος των 1000 ευρώ δεν θα ήταν παρά μονάχα το ένα πέμπτο του συνολικού κεφάλαιο που καταβλήθηκε.

Ο πρώτος τρόπος με τον οποίο εκφράζεται το ποσοστό του κέρδους είναι ο μόνος που μας φανερώνει την πραγματική αναλογία ανάμεσα στην πληρωμένη και την απλήρωτη εργασία, τον πραγματικό βαθμό της εκμετάλλευσης της εργασίας.

Ο άλλος τρόπος έκφρασης είναι αυτός που συνηθίζεται γενικά, και πραγματικά είναι κατάλληλος για ορισμένους σκοπούς. Οπωσδήποτε, είναι πολύ χρήσιμος για να κρύβει ως ποιο βαθμό ο κεφαλαιοκράτης ξεζουμίζει από τον εργάτη δωρεάν εργασία, δηλαδή υπεραξία, ή όπως συνηθίζεται, κέρδος». 2

Συνεχίζεται...

1, 2 Καρλ Μαρξ, "Μισθός, Τιμή και Κέρδος", σελ. 56 – 61.

Σάββατο, 23 Ιουλίου 2011

"Το Χρήμα ως Κέρδος" (Μέρος 28ο)


Η παραγωγή της υπεραξίας η αλλιώς του κέρδους.
«... η εργατική δύναμη δεν μπορεί να εμφανιστεί στην αγορά σαν εμπόρευμα, παρά μόνο εφόσον και επειδή προσφέρεται για πούληση σαν εμπόρευμα ή πουλιέται από το δικό της κάτοχο, από το πρόσωπο του οποίου είναι εργατική δύναμη. Για να μπορεί ο κάτοχός της να την πουλάει σαν εμπόρευμα, πρέπει να την εξουσιάζει, να 'ναι δηλαδή ελεύθερος ιδιοκτήτης της ικανότητάς του για εργασία, της προσωπικότητάς του...»

«...Ο δεύτερος ουσιαστικός όρος για να βρίσκει ο κάτοχος του χρήματος την εργατική δύναμη σαν εμπόρευμα στην αγορά είναι ο παρακάτω: ο κάτοχος της εργατικής δύναμης αντί να μπορεί να πουλάει εμπορεύματα στα οποία να έχει αντικειμενοποιηθεί η εργασία του, να είναι αντίθετα υποχρεωμένος να προσφέρει σαν εμπόρευμα για πούληση την ίδια την εργατική του δύναμη που υπάρχει μόνο στο ζωντανό του σώμα».1


Eίδαμε, ότι όπως το εμπόρευμα, έτσι και το προτσές της εργασίας στην καπιταλιστική επιχείρηση έχει διπλό χαρακτήρα. Από τη μια μεριά είναι προτσές δημιουργίας αξιών χρήσης (υφάσματα, παπούτσια, ρούχα, ψωμί, μηχανές κλπ., αντικείμενα που μπορούν να χρησιμοποιούν οι άνθρωποι). Από την άλλη, είναι προτσές δημιουργίας αξίας.

Η ιδιοποίηση αυτής της αξίας είναι κυρίως που ξυπνά το "δημιουργικό" ενδιαφέρον του καπιταλιστή, γιατί στην αξία των νέων εμπορευμάτων που δημιουργήθηκε από την εργασία των μισθωτών εργατών, υπάρχει εκτός από την αξία της εργατικής δύναμης και των μέσων παραγωγής και ένα πρόσθετο μέρος της αξίας, το οποίο ιδιοποιείται δωρεάν ο καπιταλιστής. Η απλήρωτη εργασία. Αυτή είναι η υπεραξία, ή αλλιώς το κέρδος. Εκείνο δηλαδή το μέρος της αξίας που δημιουργείται από τον παραπανίσιο χρόνο εργασίας των μισθωτών εργατών, και ιδιοποιείται ληστρικά ο καπιταλιστής.

Η υπεραξία δημιουργείται αποκλειστικά και μόνο στην παραγωγή, στο προτσές της εκμετάλλευσης της εργασίας από το κεφάλαιο, και εμφανίζεται στην ανταλλαγή (πώληση). Γιαυτό δημιουργείται η ψευδαίσθηση ότι το κέρδος (υπεραξία) είναι παράγωγο του κεφαλαίου.

Ο εργάτης στον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής, χρειάζεται μονάχα ένα μέρος της εργάσιμης μέρας για να δημιουργήσει μια αξία ίση, με την αξία της εργατικής του δύναμης. Και αυτό σκόπιμα, δείχνουν να το αγνοούν, οι απολογητές και οι εκπρόσωποι των εκμεταλλευτών.

«Οι οικονομολόγοι παίρνουνε πάντα την τιμή της εργασίας τη στιγμή που ανταλλάζεται μ’ άλλα εμπορεύματα. Αφήνουν όμως ολότελα κατά μέρος τη στιγμή όπου η εργασία (πληρωμένη και απλήρωτη) πραγματοποιεί την ανταλλαγή (πώληση) της με το κεφάλαιο» *

Από όποια πλευρά και να το δεις δεν χωράει αμφιβολία. «Όπως η αξία κάθε άλλου εμπορεύματος, και η αξία της εργατικής δύναμης καθορίζεται από το χρόνο εργασίας, που είναι αναγκαίος για την παραγωγή, επομένως και για την αναπαραγωγή αυτού του ειδικού είδους... Έτσι, ο χρόνος εργασίας, που είναι αναγκαίος για την παραγωγή της εργατικής δύναμης, αναλύεται στο χρόνο εργασίας που είναι αναγκαίος για την παραγωγή αυτών των μέσων συντήρησης, ή η αξία της εργατικής δύναμης είναι η αξία των μέσων συντήρησης, που είναι αναγκαία για τη συντήρηση του κατόχου της». 2

Έτσι «Το μέρος, λοιπόν, της εργάσιμης μέρας, που στη διάρκειά της συντελείται αυτή η αναπαραγωγή (σ.σ. της ημερήσιας αξίας της εργατικής δύναμης) το ονομάζω αναγκαίο χρόνο εργασίας και την εργασία, που ξοδεύτηκε στο διάστημά της, αναγκαία εργασία. Αναγκαία για τον εργάτη, γιατί είναι ανεξάρτητη από την κοινωνική μορφή(δούλος, δουλοπάροικος, μισθωτός) της εργασίας του. Αναγκαία για το κεφάλαιο και τον κόσμο του, γιατί ο κόσμος αυτός έχει για βάση του τη διαρκή ύπαρξη του εργάτη…

…Η δεύτερη περίοδος του προτσές εργασίας, που ο εργάτης μοχθεί πέρα από τα όρια της αναγκαίας εργασίας, του στοιχίζει βέβαια εργασία, ξόδεμα εργατικής δύναμης, δε δημιουργεί όμως αξία γι' αυτόν. Δημιουργεί υπεραξία, που χαμογελάει του κεφαλαιοκράτη με όλες τις χάρες μιας δημιουργίας εκ του μηδενός. Το μέρος αυτό της εργάσιμης μέρας το ονομάζω χρόνο υπερεργασίας και την εργασία που ξοδεύεται στη διάρκειά του υπερεργασία»3

Ας υποθέσουμε τώρα πως το μέσο ποσό από τα καθημερινά μέσα συντήρησης για ένα εργαζόμενο άνθρωπο απαιτεί τέσσερεις ώρες μέση εργασία για την παραγωγή του. Ας υποθέσουμε ακόμα πως τέσσερεις ώρες μέση εργασία είναι αντικειμενικοποιημένες μέσα σ’ ένα ποσό χρυσού που ισοδυναμεί με πενήντα ευρώ. Στην περίπτωση αυτή τα 50 ευρώ, θα ήταν η τιμή ή η χρηματική έκφραση της ημερήσιας αξίας της εργατικής δύναμης αυτού του ανθρώπου.

«Αν εργαζόταν κάθε μέρα τέσσερεις ώρες, θα δημιουργούσε κάθε μέρα μια άξια, που είναι αρκετή για να αγοράζει το μέσο ποσό των καθημερινών μέσων συντήρησης του ή για να διατηρείται ο ίδιος σαν εργαζόμενος στην ζωή. Μα ο άνθρωπος του παραδείγματός μας είναι μισθωτός εργάτης. Είναι γιαυτό υποχρεωμένος, να πουλάει την εργατική του δύναμη σε κάποιον κεφαλαιοκράτη. Αν την πουλάει προς 50 ευρώ τη μέρα ή προς 300 ευρώ τη βδομάδα, την πουλάει στην αξία της.

Ας υποθέσουμε πως είναι νηματουργός. Όταν εργάζεται τέσσερεις ώρες την ημέρα θα προσθέτει κάθε μέρα στο μπαμπάκι αξία 50 ευρώ: Η αξία αυτή, που προσθέτει κάθε μέρα στο μπαμπάκι, θα ήταν ακριβώς το ισοδύναμο για το μισθό της εργασίας ή για την τιμή της εργατικής του δύναμης, που παίρνει κάθε μέρα. Μα στην περίπτωση αυτή δεν θα έμενε στον καπιταλιστή κανενός είδους υπεραξία ή υπερπροϊόν. Εδώ λοιπόν είναι ο κόμπος!

Αγοράζοντας την εργατική δύναμη του εργάτη και πληρώνοντας την στην αξία της, ο καπιταλιστής απόκτησε, όπως και κάθε άλλος αγοραστής, το δικαίωμα να καταναλώνει ή να χρησιμοποιεί το εμπόρευμα που αγόρασε.

Καταναλώνεις ή χρησιμοποιείς τη δύναμη ενός ανθρώπου, όταν τον βάλεις να εργάζεται, όπως καταναλώνεις ή χρησιμοποιείς μια μηχανή, όταν την βάλεις μπροστά. Πληρώνοντας την ημερήσια ή τη βδομαδιάτικη αξία της εργατικής δύναμης του εργάτη, ο καπιταλιστής απόκτησε, λοιπόν, το δικαίωμα να χρησιμοποιεί ή να βάζει την εργατική αυτή δύναμη να εργάζεται όσο διαρκεί μια ολόκληρη μέρα ή βδομάδα…

Η αξία της εργατικής δύναμης καθορίζεται από το ποσό της εργασίας που είναι αναγκαίο για τη συντήρησή της και την αναπαραγωγή της, μα η χρήση της εργατικής δύναμης περιορίζεται μόνο από την ενεργητικότητα και τη φυσική αντοχή του εργάτη.

Η καθημερινή ή βδομαδιάτικη αξία της εργατικής δύναμης είναι ολότελα ξεχωριστά πράγματα από την καθημερινή ή βδομαδιάτικη λειτουργία της δύναμης αυτής, το ίδιο όπως είναι ολότελα ξεχωριστά πράγματα η τροφή που χρειάζεται ένα άλογο και ο χρόνος που μπορεί να σηκώνει τον καβαλάρη.

Το ποσό της εργασίας που καθορίζει την αξία της εργατικής δύναμης του εργάτη δεν αποτελεί με κανένα τρόπο όριο στη ποσότητα της εργασίας που μπορεί να δώσει η εργατική του δύναμη. Ας πάρουμε το παράδειγμα του νηματουργού μας.

Είδαμε πως για να αναπαράγει καθημερινά την εργατική του δύναμη πρέπει να αναπαράγει καθημερινά μια αξία από 50 ευρώ, που θα το κατορθώσει αν εργάζεται τέσσερεις ώρες την ημέρα. Αυτό, ωστόσο, δεν τον εμποδίζει να μπορεί να εργαστεί οκτώ, δέκα ή και περισσότερες ώρες την ημέρα. Πληρώνοντας όμως την καθημερινή ή βδομαδιάτικη αξία της εργατικής δύναμης του νηματουργού ο καπιταλιστής απόκτησε το δικαίωμα να χρησιμοποιεί την εργατική αυτή δύναμη όσο διαρκεί ολόκληρη ημέρα ή η βδομάδα. Θα τον βάλει, λοιπόν, να εργάζεται κάθε μέρα οκτώ, ας πούμε, ώρες.

Έτσι ο νηματουργός θα πρέπει, να εργάζεται άλλες τέσσερεις ώρες πέρα και πάνω από τις τέσσερεις ώρες που χρειάζεται για να αναπληρώσει το μισθό του ή την αξία της εργατικής του δύναμης. Αυτές τις ώρες θα τις ονομάσω ώρες υπερεργασίας. Η υπερεργασία αυτή θα αντικειμενοποιηθεί σε μια υπεραξία και ένα υπερπροϊόν.

Αν λ.χ. ο νηματουργός μας με την καθημερινή του τετράωρη εργασία πρόσθετε στο βαμβάκι 50 ευρώ αξία, μια αξία που είναι ίσα - ίσα ένα ισοδύναμο με το μισθό του, σε οκτώ ώρες θα πρόσθετε στο μπαμπάκι μια αξία από 100 ευρώ και θα έφτιαχνε ένα αντίστοιχο πλεόνασμα σε νήμα.

Μια που πούλησε την εργατική του δύναμη στον καπιταλιστή, ολόκληρη η αξία του προϊόντος που δημιουργήθηκε απ’ αυτόν ανήκει στον καπιταλιστή, στον ιδιοκτήτη για την ώρα, της εργατικής του δύναμης.

Ο καπιταλιστής, πληρώνοντας 50 ευρώ, θα πραγματοποιήσει, λοιπόν, μια αξία από 100 ευρώ, γιατί πληρώνοντας μια αξία (εργατική δύναμη), που μέσα της είναι αποκρυσταλλωμένες τέσσερεις ώρες εργασίας, παίρνει σε αντάλλαγμα μια αξία (εμπόρευμα) όπου είναι αποκρυσταλλωμένες οκτώ ώρες εργασίας. Με την καθημερινή επανάληψη της ίδιας αυτής κίνησης θα πληρώνει ο καπιταλιστής κάθε μέρα 50 ευρώ και θα τσεπώνει κάθε μέρα, 100 ευρώ, απ’ τα οποία τα μισά θα πηγαίνουν ξανά για να πληρωθεί ο μισθός του εργάτη και τα άλλα μισά θα αποτελούν την υπεραξία, που γι’ αυτή δεν πληρώνει κανένα ισοδύναμο».**

Αυτός και μόνο αυτός, είναι ο τρόπος παραγωγής της υπεραξίας, του καπιταλιστικού κέρδους, και κάθε άλλη άποψη είναι “ευρηματική” φιλολογική φλυαρία και παραμύθια για μικρά παιδιά.

Πάνω σ’ αυτό το είδος της συναλλαγής ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία στηρίζεται ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής ή το σύστημα της μισθωτής εργασίας, που αναπαράγει σταθερά τον εργάτη σαν εργάτη και τον καπιταλιστή σαν καπιταλιστή.

Το χρήμα λοιπόν ως κέρδος (υπεραξία), που καρπώνονται οι καπιταλιστές, είναι ο απλήρωτος χρόνος της εργασίας (υπερεργασία) - και τίποτ’ άλλο - των μισθωτών εργατών, και σε τελευταία ανάλυση, η βασική αιτία των περιοδικών κύκλων κρίσης του καπιταλισμού, και το χρήμα ως χρέος, είναι η προκαταβολική δέσμευση, από το χρηματιστικό κεφάλαιο, του αφρού της μελλοντικής παραγωγής μιας χώρας, αλλά κυρίως είναι, όπως δραματικά έχει κάνει φανερό η καπιταλιστική κρίση, πολιτική (ιμπεριαλιστική) εξάρτηση.

Συνεχίζεται…

1, 2, 3 Καρλ Μαρξ, «Το Κεφάλαιο», τομ. 1ος, σελ. 180 - 181, 183, 228-229.
* Καρλ Μαρξ, “Η αθλιότητα της φιλοσοφίας” σελ. 195, δ΄εκδ. Γ. Αναγνωστίδη.
**Καρλ Μαρξ, "Μισθός, Τιμή και Κέρδος", σελ. 49 - 52.

Κανένα όφελος για το λαό από την απόφαση της Συνόδου για το χρέος ΕΔΩ