Κυριακή, 22 Αυγούστου 2010

"...να κάνουμε την πατρίδα μας, χώρα λαϊκή, που θα αγαπάει, που δεν θα διώχνει τα παιδιά της"




ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟ

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Είχε να φανεί δυο μέρες. Την τρίτη μέρα το απόγευμα, μας ειδοποίησαν ότι ο θείος Στέφανος, είχε μεταφερθεί στο τάδε νοσοκομείο, με εγκεφαλικό επεισόδιο. Είχε ξεκινήσει να πάει σε μια παλιά του φίλη, καθώς τον είχαν πληροφορήσει, ότι ζούσε σε κάποιο από τα περίχωρα της Αθήνας. Καθώς βάδιζε κάπου κοντά στην Ομόνοια, ψάχνοντας το τρόλεϊ που θα τον πήγαινε στον προορισμό του, τον βρήκε το δεύτερο εγκεφαλικό. Στο νοσοκομείο, ο θείος Στέφανος με κλειστά τα μάτια, να μη μπορεί να μιλήσει, αλλά να ακούει και να καταλαβαίνει πολύ καλά. Οι συγγενείς και φίλοι που πηγαινοέρχονταν για να τον δουν, του θύμιζαν κοινές τους εμπειρίες - αν και οι γιατροί δεν επέτρεπαν τις συγκινήσεις στον ασθενή - και εκείνος χαμογελούσε με τα ευτράπελα και ήταν φανερό ότι λυπόταν με τα δυσάρεστα. Έδειχνε όμως, ότι ήθελε να του μιλούν, να του θυμίζουν τα περασμένα.

Ο ξάδελφός μου, ο Σταμάτης, ειδοποιημένος ξαναγύρισε άρον-άρον, λίγες μέρες μετά την αναχώρησή του για την Βραζιλία. Υπέγραψε στο νοσοκομείο ότι αναλαμβάνει την ευθύνη της μεταφοράς, έβαλε τον θείο Στέφανο στο αεροπλάνο με το φορείο και μαζί ταξίδεψαν για την Βραζιλία. Τον πήρε επειδή εκεί θα τον φρόντιζε η γιατρός εγγονή του, αλλά κυρίως γιατί τα παιδιά του, τα ξαδέλφια μου και τα εγγόνια του, ήθελαν να τον νοιώθουν κοντά τους. Το δεύτερο εγκεφαλικό επεισόδιο όμως, ήταν πιο βαρύ από το πρώτο. Έτσι ο θείος Στέφανος κατέληξε τρεις βδομάδες μετά την αναχώρησή του από την Ελλάδα.

Αφορμή για να θυμηθώ και να γράψω μια ιστορία από τις πολλές που έχουν να γράψουν και να πουν, οι ξενητεμένοι μας, μου έδωσε άρθρο που είδε το φως της δημοσιότητας, σχετικά με το «διαφημιστικό» αφισάκι που κολλήθηκε στις εργατικές συνοικίες της Αθήνας

Αυτό το αφισάκι και άλλα παρόμοια
έχουν κατακλύσει την Αθήνα.
Τα συναντά κανείς στο κέντρο της πόλης,
στη Νέα Ιωνία, στο Περιστέρι...*

Η απάντηση σ’ αυτή την καινούργια πρόκληση πρέπει να είναι μία. Τρίτο μεταναστευτικό κύμα ελλήνων εργαζομένων δεν πρέπει να υπάρξει. Κι αν ακόμα είναι να χαθούμε, όπως είπε κι ο θείος Στέφανος, αυτό ας γίνει στην κοινή μας προσπάθειά να κάνουμε τη πατρίδα μας, χώρα λαϊκή, που θα αγαπάει, που δεν θα διώχνει τα παιδιά της. Αυτή τη φορά, μπορούμε καi πρέπει, «μετανάστη» να κάνουμε την πλουτοκρατία.

* Όλο το άρθρο εδώ Ριζοσπάστης, Παρασκευή 6 Αυγούστου 2010

"Δεν φοβηθήκαμε τον πόλεμο, παραδοθήκαμε σε καιρό ειρήνης"

Ο θείος Στέφανος, (πρώτος από τ' αριστερά)
στρατιώτης στην Θεσσαλονίκη

ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ

Ο κυρ ΣΤΑΥΡΟΣ

Για τον μόνο που δεν είχε κάνει την παραμικρή αναφορά, σ’ όλη τη διάρκεια της αφήγησής του, ήταν ο κυρ-Σταύρος. "Ξέρεις θείε, μου κάνει εντύπωση, ότι μέχρι στιγμής, δεν έχεις πει τίποτα για τον κυρ-Σταύρο. Η Βαλεντίνη, τι κάνει;" Τον ρώτησα. Ήταν σαν να τον χτύπησε κεραυνός!! Σα να χάθηκε σε άλλη διάσταση. Τα χρειάστηκα. Ήταν σίγουρο ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Ευτυχώς συνήλθε γρήγορα. «Θα σου πω, αφού το θέλεις, αλλά πρώτα βάλε μου λίγο κρύο νερό» είπε. Ήπιε το νερό και συνέχισε «Ο κυρ-Σταύρος, μου φέρθηκε καλύτερα από αδελφός. Σαν πατέρας. Ήταν ο ευεργέτης μου. Ήταν ο πρώτος άνθρωπος που συνάντησα μόλις πάτησα το πόδι μου στη Βραζιλία. Όχι μόνο μου είχε βρει σπίτι να μείνω, αλλά το είχε νοικιάσει κιόλας. Δεν άφησε να μου λείψει τίποτα το πρώτο διάστημα, μέχρι να τακτοποιηθώ. Μέναμε κοντά. Βλεπόμαστε σχεδόν κάθε μέρα. Ήταν καλός μάστορας, είχε καλή δουλειά. Αλλά πάνω απ’ όλα ήταν καλός οικογενειάρχης. Μεγαλώνοντας η Βαλεντίνα, έτσι τη λέγαμε, παντρεύτηκε ένα πολύ καλό παιδί, ένα δικό μας παιδί, σπουδασμένο. Πολιτικός μηχανικός. Απόκτησαν και δύο παιδιά. Δύο κορίτσια» Κόμπιασε λίγο. Για λέγε, του είπα. «Δεμένη οικογένεια. Ο κυρ- Σταύρος καμάρωνε και με το δίκιο του, που σ’ έκανε να λες, χαλάλι η νοσταλγία για την πατρίδα. Γιατί όπως όλοι οι ξενιτεμένοι, ζούσαν κι αυτοί, η οικογένεια του κυρ-Σταύρου, με την ελπίδα του γυρισμού». Συνέχισε, σα να παραμιλά, λέγοντας: «Μόνο όσοι έχουν βρεθεί μακριά από την πατρίδα, ξέρουν τι μαράζι είναι η νοσταλγία της πατρίδας. Τι κίνητρο, αλλά και τι απελπισία είναι η επιθυμία της επιστροφής, όταν ο καιρός μακραίνει κι αυτό δεν γίνεται». Για πρώτη φορά από την αρχή της συζήτησης έβγαζε ένα παράπονο. Συνέχισε να μιλά «Θα έχουν περάσει δέκα πέντε χρόνια, ίσως πιο λίγα. Μια μέρα η Βαλεντίνα με τον άντρα της και τα δυο κορίτσια τους, ξεκίνησαν να πάνε τριήμερη επίσκεψη σε μια φιλική τους οικογένεια. Στην επιστροφή πέφτουν θύματα τροχαίου δυστυχήματος. Σκοτώνονται και οι τέσσερεις, επί τόπου. Οι αρμόδιες αρχές, ειδοποιούν τον κυρ-Σταύρο, λέγοντάς του, όπως συνηθίζεται σ’ αυτές τις περιπτώσεις, ότι οι οικείοι σας βρίσκονται βαριά τραυματισμένοι στο τάδε νοσοκομείο. Στην πραγματικότητα τον καλούσαν για εξακρίβωση. Πήγε ο κυρ- Σταύρος γεμάτος αγωνία αλλά και με την ελπίδα ότι στο τέλος όλα θα πάνε καλά. Αυτό που είδε όμως είναι από εκείνα που δεν τ' αντέχει ο νους του ανθρώπου. Μέσα σε μια στιγμή είχε χάσει τα πάντα, δεν του είχε μείνει τίποτα. Γύρισε στο σπίτι και χωρίς να πει κουβέντα στη γυναίκα του, έτσι πρέπει να έγινε, πήρε το περίστροφό του και αφού την πυροβόλησε και την σκότωσε, αυτοκτόνησε. Να γιατί, δεν ήθελα να σου πω για τον κυρ-Σταύρο, ανιψιέ.» Έπεσε σιωπή. Δεν μπορούσα να το πιστέψω. Σα να βρέθηκα στη μέση ενός εφιαλτικού ονείρου, απ’ όπου δεν υπάρχει διαφυγή. Δεν κατάφερα να πω, ούτε μία λέξη. Για το θείο Στέφανο η αφήγηση του τραγικού ξεκληρίσματος της οικογένειας του κυρ-Σταύρου, ήταν η συντριβή του. Δεν είχε κανένα νόημα πια, το να "κρύβετε" πίσω από λόγια, όπως "στην αρχή αντιμετωπίσαμε δυσκολίες, αλλά στο τέλος όλα πήγαν καλά". Η αφήγηση της τραγωδίας, τον είχε προσγειώσει βαριά. «Μέχρι πριν από λίγο, αν με ρώταγες δεν υπήρχε περίπτωση να το παραδεχτώ, συνέχισε να λέει, δεν παραδέχτηκα ποτέ μέχρι σήμερα, ότι η φυγή μου στη Βραζιλία ήταν το μεγάλο μου λάθος. Τώρα όμως, όπως ήρθαν τα πράγματα, θα στο πω. Ήταν δύσκολη η κατάσταση τότε στην Ελλάδα. Χιλιάδες νέοι στις φυλακές και στα ξερονήσια και χιλιάδες άλλοι χωρίς δουλειά. Θα ήταν άδικος εκείνος ο άνθρωπος που θα σκεφτόταν και μόνο να κατηγορήσει, τους νέους εκείνης της εποχής, για το ότι εγκατέλειψαν την Ελλάδα, πηγαίνοντας να δουλέψουν στα ξένα. Ο κάθε νέος, που έφευγε τότε από την Ελλάδα, σίγουρα είχε ένα σοβαρό λόγο. Όμως το παραδέχομαι. Ήταν λάθος μου. Ήταν λάθος όλων μας. Ο ελληνικός λαός αντιμετώπισε με ηρωισμό, με θάρρος και μεγάλες θυσίες την φασιστική επίθεση του Μουσολίνι. Στο λέω γιατί τα έζησα. Ακόμα και κάτω από την Γερμανική κατοχή, όχι μόνο δεν παραδόθηκε, αλλά παραδειγμάτισε όλο τον κόσμο με την αυτοθυσία του και την παλληκαριά του. Όχι, ο ελληνικός λαός δεν ηττήθηκε στον πόλεμο. Η μεγάλη του ήττα, ήταν η μετανάστευση. Αυτή η δεύτερη προσφυγιά. Όλοι οι νέοι που είχαν επιζήσει του πολέμου και έπιαναν τα χέρια τους, σκόρπισαν στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Όπου πήγαν, "έχτισαν" καινούργιες πολιτείες. Ήμουν εκεί και είδα πόσο σκληρά δουλέψανε τα παιδιά. Πόσο τίμια, δημιουργικά και ευσυνείδητα. Η μετανάστευση ήταν η ήττα μας. Έπρεπε να μείνουμε. Ή θα φτιάχναμε τη ζωή μας εδώ, στην πατρίδα ή ας χανόμαστε. Μήπως τώρα χαμένοι δεν είμαστε; Άνθρωποι χωρίς πατρίδα. Που είναι η μάννα μου, ο πατέρας μου, τα αδέλφια μου, οι φίλοι μου, όλοι εκείνοι που αγάπησα; Που είναι; Tίποτα δεν χάρηκα στην ξενιτιά. Απλώς υποκρινόμουν από εγωισμό. Ξέρεις τι είναι να έχεις τις εικόνες του τόπου που γεννήθηκες και άφησες πίσω σου, τις εικόνες αγαπημένων σου προσώπων στο μυαλό σου, απείραχτες από τον χρόνο; Να έχεις γιαυτό την ψευδαίσθηση ότι τα χρόνια δεν περνούν για σένα; Να πιστεύεις ότι όποτε κι αν γυρίσεις, όλα θα είναι όπως τα άφησες; Να έχεις στο μυαλό σου απείραχτες τις εικόνες των αγαπημένων σου προσώπων, τη στιγμή που κανείς τους δεν βρίσκεται στη ζωή;... Ήταν λάθος. Δεν ξέραμε τι σημαίνει ξενιτιά. Μείναμε αδούλωτοι στον πόλεμο και παραδοθήκαμε σε καιρό ειρήνης.» Δεν είπα τίποτα. Ο θείος Στέφανος είχε παραδεχτεί το λάθος του και έμοιαζε με άνθρωπο που μόλις έχει ξεφορτωθεί από πάνω του, ένα μεγάλο βάρος.

Αυτή ήταν η πρώτη και η τελευταία συζήτηση που είχα μαζί του.




Συνεχίζεται...

Σάββατο, 21 Αυγούστου 2010

"Η πόλις θα σε ακολουθεί"

Η πόλις *

Eίπες. «Θα πάγω σ’ άλλη γη, θα πάγω σ’ άλλη θάλασσα. / Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη από αυτή. / Κάθε προσπάθεια μου μια καταδίκη είναι γραφτή, / κι ειν’ η καρδιά μου - σαν νεκρός – θαμμένη. / Ο νους μου ως πότε μες στον μαρασμόν αυτόν θα μένει. / Όπου το μάτι μου γυρίσω, όπου κι αν δω / ερείπια μαύρα της ζωής μου βλέπω εδώ, / που τόσα χρόνια πέρασα και ρήμαξα και χάλασα.»

Καινούργιους τόπους δεν θα βρεις, δεν θάβρεις άλλες θάλασσες. / Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς / τους ίδιους. Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς, / και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ’ ασπρίζεις. / Πάντα στην πόλι αυτή θα φτάνεις. Για αλλού - μη ελπίζεις - / δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό. / Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ, / στην κώχη τούτη τη μικρή, σ’ όλην την γη την χάλασες.


 
-->ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ
O θείος Στέφανος, μαζί με το ταλέντο του είχε πάρει στις αποσκευές του και τις αδυναμίες του. Δεν μπορούσε να στεριώσει σε δουλειά. Πάντα ανήσυχος και ανυπόμονος. Λίγο μετά την εγκατάστασή του στην Βραζιλία, προσλαμβάνεται σε μία αυτοκινητοβιομηχανία που είχε στήσει εκεί μεγάλη γερμανική εταιρία. Πολύ γρήγορα γίνεται προιστάμενος τμήματος. Σε λίγο παρουσιάζει στην διεύθυνση ένα σχέδιο βελτίωσης της παραγωγής. Οι υπεύθυνοι της εταιρίας τον βεβαιώνουν ότι θα το εξετάσουν. Εκείνος πιστεύει ότι καθυστερούν να του απαντήσουν. Το θεωρεί προσβολή και εγκαταλείπει κιαυτήν τη δουλειά, η οποία του ταίριαζε, όπως μας έγραφε. Το χούι φεύγει τελευταίο, που λέει ο λαός μας. Με τα χρόνια η επικοινωνία μας αραίωνε μέχρι που χάσαμε την επαφή. Αραιά και που, μαθαίναμε νέα τους, από τα αδέφια του θείου Στέφανου ή από κάποιους κοινούς γνωστούς μετανάστες, που επέστρεφαν από την Βραζιλία, μεταφέρωντας πολύ δυσάρεστες "εντυπώσεις", από την εκεί, σύντομη παραμονή τους.

Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Θα είχαν περάσει σχεδόν 35 χρόνια από εκείνο το πρωινό του 1954 στο λιμάνι του Πειραιά. Οι γονείς μου είχαν φύγει χρόνια από τη ζωή καθώς και η θεία Ασπασία, όταν ένα μεσημέρι, καλοκαίρι του ’90, χτυπά το τηλέφωνο. Στην άλλη άκρη του, ακούω την φωνή της αδελφής μου. «Κάνε μου τη χάρη κι έλα για λίγο που σε θέλω» μου λέει. "Συμβαίνει κάτι;" Την ρωτώ. «Όχι μην ανησυχείς, είναι εδώ ένας κύριος που θέλει να σε δει». "Εντάξει, έρχομαι". Μου άνοιξε την πόρτα η ανιψιά μου, η μικρή κόρη της αδελφής μου. Στο τραπέζι της κουζίνας, στη μία πλευρά, η αδελφή μου. Στην άλλη; Στην άλλη, ω του θαύματος, ο θείος Στέφανος!! Είναι αλήθεια πως τάχασα για λίγο. Βλέπεις, όλο το συναισθηματικό φορτίο των παιδικών μου χρόνων και όχι μόνο, να συμπιέζεται σε μία στιγμή, δεν ήταν και λίγο. Ο θείος Στέφανος δεν σηκώθηκε αμέσως. Είχε ένα συγκρατημένο χαμόγελο στα χείλη και στα μάτια του ένα ερωτηματικό. ‘‘Άραγε θα με θυμηθεί, θα με γνωρίσει;" Μετά την αμηχανία της στιγμής, σηκώθηκε. Τον αγκάλιασα επαναλαμβάνοντας διαρκώς μια λέξη. ‘‘Θείε μου, θείε μου’’, ενώ εκείνος με χτύπαγε καθησυχαστικά στην πλάτη.
 

Είχε καταφέρει να έρθει μαζί με τον πιο μικρό μου ξάδελφο, τον Σταμάτη - που τον πήγε αγκαλιά, η θεία Ασπασία στην Βραζιλία - εκμεταλλευόμενος ένα πρόγραμμα ‘‘κοινωνικού τουρισμού’’, ας πούμε. Ο Σταμάτης, μαζί με την οικογένειά του, έμειναν περίπου 15 μέρες. Γυρίσαμε μαζί όλη την Αθήνα. Έκαναν επισκέψεις σε συγγενείς και φίλους, πράγμα που δεν μας έδωσε την ευκαιρία να κουβεντιάσουμε με την ησυχία μας, να μάθω λεπτομέρειες για τη ζωή τους στην Βραζιλία. Όταν ήρθε η μέρα της επιστροφής και επειδή ο θείος Στέφανος δεν θα επέστρεφε μαζί τους - είχε αρχίσει να κάνει σχέδια μόνιμης εγκατάστασης στην Ελλάδα - ο ξάδελφός μου ο Σταμάτης, με παρακάλεσε να τον προσέχω, γιατί όπως μου είπε, ο θείος Στέφανος, είχε περάσει ένα σοβαρό εγκεφαλικό επεισόδιο και οι γιατροί του είχαν συστήσει συγκεκριμένο τρόπο διαβίωσης.
 
Έφυγε ο Σταμάτης. 

Άντε τώρα να κρατήσεις τον θείο Στέφανο, στο συγκεκριμένο τρόπο διαβίωσης, που του είχαν συστήσει οι γιατροί. Αφηνίασε. Έκανε, σα να μην είχε περάσει μια μέρα από τότε που έφυγε για τη Βραζιλία. Άρχισε να αναζητά τους παλιούς του φίλους και φίλες. Είχε την ψευδαίσθηση ότι μπορούσε να επανασυνδεθεί με τον κόσμο που είχε αφήσει πίσω του. Ήθελε να μείνει στην Ελλάδα και αναζητούσε μια δυνατή δικαιολογία για να κάμψει τις αντιρρήσεις των παιδιών του.

Συνήθως γύριζε απογοητευμένος. Οι περισσότεροι από τους φίλους και τις φίλες του, δεν ήταν πια στη ζωή. Ο θείος Στέφανος δεν τόβαζε κάτω. Αύριο θα πάω να βρω τον τάδε η την τάδε, έλεγε. Έφτασε μέχρι τα Μέθανα, όπου του έκαναν και προξενιό, αλλά η κοπέλα παρ' ότι του άρεσε, του φάνηκε κάπως μεγάλη και το ματάκι της το ένα….
 
-->Σ’ ένα διάλλειμα των «αναζητήσεών» του, βρήκα την ευκαιρία. Καθώς είμαστε μόνοι, άρχισα να τον ρωτάω για τη ζωή στη Βραζιλία. Για την θεία Ασπασία και τα ξαδέλφια μου, για τις δουλειές τους, τις οικογένειές τους, τις σπουδές τους κλπ. Είναι αλήθεια ότι μου διηγήθηκε με πολλές λεπτομέρειες όχι μόνο σχετικά με την ζωή τους στη Βραζιλία, αλλά και για τα χρόνια που είχε ζήσει στην Ελλάδα. Μπορώ να πω ότι του δημιουργούσε ευχαρίστηση και συγκίνηση, η διάθεσή και το ενδιαφέρον μου, για τη ζωή τους στη Βραζιλία. Παρατήρησα ότι συστηματικά απέφευγε να αναφερθεί σε δυσκολίες, σε ότι θα μπορούσε να εμφανίσει λαθεμένη, την πριν από τριανταπέντε χρόνια, επιλογή του. 

Εκτός από πολύτροπος και αποφασιστικός, ο θείος Στέφανος ήταν και περήφανος. "Στην αρχή αντιμετωπίσαμε δυσκολίες, όπως καταλαβαίνεις, αλλά στο τέλος όλα πήγαν καλά". Μίλησε για όλους και για όλα... 

Συνεχίζεται…
 
* ποίημα του Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗ